Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σάκαρ σάκχαρα
Γενική σάκχαρος σακχάρων
Δοτική σάκχαρι σάκχαρσι(ν)
Αιτιατική σάκχαρ σάκχαρα
Κλητική σάκχαρ σάκχαρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκχαρ < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκχαρ ουδέτερο

  • ζάχαρη
    Καὶ τὸ σάκχαρ δὲ καλούμενον, ὅπερ ἐξ ᾿Ινδίας τε καὶ τῆς εὐδαίμονος ᾿Αραβίας κομίζεται, περιπήγνυται μὲν, ὥς φασι, καλάμοις, ἔστι δέ τι καὶ αὐτὸ μέλιτος εἶδος. (Γαληνός, Περὶ κράσεως καὶ δυνάμεως τῶν ἁπλῶν φαρμάκων, 12, 71, 2-5)

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία