Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκχαρι < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκχαρι ουδέτερο

  • ζάχαρη
    καὶ μέλι τὸ καλάμινον τὸ λεγόμενον σάκχαρι (Ανώνυμος (Ψευδο-Αρριανός), Περίπλους τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης, 14, 8)

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία