Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκχαρις < αρχαία ελληνική σάκχαρις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκχαρις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σάκχαρις σακχάρει σακχάρεις
Γενική σακχάρεως σακχαρέοιν σακχάρεων
Δοτική σακχάρει σακχαρέοιν σακχάρεσι(ν)
Αιτιατική σάκχαριν σακχάρει σακχάρεις
Κλητική σάκχαρι σακχάρει σακχάρεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκχαρις θηλυκό

  • (ελληνιστική κοινή) ζάχαρη
    πισσέλαιον, σάκχαρις, στέαρ ποταμίων ἰχθύων ἐν ἡλίῳ ἀποτακὲν καὶ μιγὲν μέλιτι, <καὶ> χολαὶ δὲ πέρδικος ἀγρίας, ἰχθύος τοῦ καλλιωνύμου, σκορπίου ἰχθύος, χελώνης θαλασσίας, ὑαίνης, αἰγὸς ἀγρίας, σὺν μέλιτι πᾶσαι. (Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος, Περὶ ἁπλῶν φαρμάκων, 1, 40, 4, 6)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία