Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάκχαρα ουδέτερο

  1. σάκχαρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού