Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ρουμανικός ρουμανική ρουμανικό
γενική ρουμανικού ρουμανικής ρουμανικού
αιτιατική ρουμανικό ρουμανική ρουμανικό
κλητική ρουμανικέ ρουμανική ρουμανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρουμανικοί ρουμανικές ρουμανικά
γενική ρουμανικών ρουμανικών ρουμανικών
αιτιατική ρουμανικούς ρουμανικές ρουμανικά
κλητική ρουμανικοί ρουμανικές ρουμανικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρουμανικός < Ρουμανία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρουμανικός

  1. ο σχετικός με τη Ρουμανία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία