Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρητινοφόρος ρητινοφόρα ρητινοφόρο
γενική ρητινοφόρου ρητινοφόρας ρητινοφόρου
αιτιατική ρητινοφόρο ρητινοφόρα ρητινοφόρο
κλητική ρητινοφόρε ρητινοφόρα ρητινοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρητινοφόροι ρητινοφόρες ρητινοφόρα
γενική ρητινοφόρων ρητινοφόρων ρητινοφόρων
αιτιατική ρητινοφόρους ρητινοφόρες ρητινοφόρα
κλητική ρητινοφόροι ρητινοφόρες ρητινοφόρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρητινοφόρος < ρητίνη + -ο- + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρητινοφόρος, -α (-ος), -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία