Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωί < αρχαία ελληνική πρῴ και πρωΐ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρωί ουδέτερο

  1. οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου
  2. οι ώρες πριν την ανατολή του ήλιου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

  • (χρονικό) κατά το πρωί, κατά τις πρωινές ώρες, νωρίς
τι μας ήρθες τόσο πρωί;