Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προφανής προφανής προφανές
γενική προφανούς προφανούς προφανούς
αιτιατική προφανή προφανή προφανές
κλητική προφανή(ς) προφανής προφανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προφανείς προφανείς προφανή
γενική προφανών προφανών προφανών
αιτιατική προφανείς προφανείς προφανή
κλητική προφανείς προφανείς προφανή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προφανής < προ- + -φανής (<φαίνομαι)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προφανής αρσενικό ή θηλυκό, προφανές ουδέτερο

προφανές συμπέρασμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία