Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -φανής η -φανής το -φανές
      γενική του -φανούς της -φανούς του -φανούς
    αιτιατική τον -φανή τη(ν) -φανής το -φανές
     κλητική -φανή(ς) -φανής -φανές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -φανείς οι -φανείς τα -φανή
      γενική των -φανών των -φανών των -φανών
    αιτιατική τους -φανείς τις -φανείς τα -φανή
     κλητική -φανείς -φανείς -φανή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -φανής [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /faˈnis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -φα‐νής

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φανής, ής, ές

ΣύνθεταΕπεξεργασία

επίθετα όπως

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ -φανής τὸ -φανές οἱ, αἱ -φανεῖς τὰ -φαν
Γενική τοῦ, τῆς -φανοῦς τοῦ -φανοῦς τῶν -φανῶν τῶν -φανῶν
Δοτική τῷ, τῇ -φανεῖ τῷ -φανεῖ τοῖς, ταῖς -φανέσι(ν) τοῖς -φανέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν -φαν τὸ -φανές τοὺς, τὰς -φανεῖς τὰ -φαν
Κλητική -φανές -φανές -φανεῖς -φαν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική -φανεῖ
Γενική-Δοτική -φανοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φανής < (φαίνω) θέμα φαν- + -ής

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φανής, ής, ές

ΣύνθεταΕπεξεργασία