Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσβάσιμος < πρόσβαση + -σιμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσβάσιμος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία