Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πλασμένος πλασμένη πλασμένο
γενική πλασμένου πλασμένης πλασμένου
αιτιατική πλασμένο πλασμένη πλασμένο
κλητική πλασμένε πλασμένη πλασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλασμένοι πλασμένες πλασμένα
γενική πλασμένων πλασμένων πλασμένων
αιτιατική πλασμένους πλασμένες πλασμένα
κλητική πλασμένοι πλασμένες πλασμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλάθω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πλασμένος, -η, -ο

  1. που έχει πλαστεί
    • δημιουργημένος με ένα χάρισμα και/ή με ένα σκοπό
      αυτός ο άνθρωπος είναι πλασμένος για μουσικός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία