Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φτιαγμένος η φτιαγμένη το φτιαγμένο
      γενική του φτιαγμένου της φτιαγμένης του φτιαγμένου
    αιτιατική τον φτιαγμένο τη φτιαγμένη το φτιαγμένο
     κλητική φτιαγμένε φτιαγμένη φτιαγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φτιαγμένοι οι φτιαγμένες τα φτιαγμένα
      γενική των φτιαγμένων των φτιαγμένων των φτιαγμένων
    αιτιατική τους φτιαγμένους τις φτιαγμένες τα φτιαγμένα
     κλητική φτιαγμένοι φτιαγμένες φτιαγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτιαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φτιάχνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

φτιαγμένος, -η, -ο

  1. που έχει προετοιμαστεί, που έχει γίνει
  2. που έχει επισκευαστεί
  3. που έχει πάρει δόση ναρκωτικών
  4. που έχει αποκτήσει περιουσία, έχει φτιάξει περιουσία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία