Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παλιομοδίτικος η παλιομοδίτικη το παλιομοδίτικο
      γενική του παλιομοδίτικου της παλιομοδίτικης του παλιομοδίτικου
    αιτιατική τον παλιομοδίτικο την παλιομοδίτικη το παλιομοδίτικο
     κλητική παλιομοδίτικε παλιομοδίτικη παλιομοδίτικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παλιομοδίτικοι οι παλιομοδίτικες τα παλιομοδίτικα
      γενική των παλιομοδίτικων των παλιομοδίτικων των παλιομοδίτικων
    αιτιατική τους παλιομοδίτικους τις παλιομοδίτικες τα παλιομοδίτικα
     κλητική παλιομοδίτικοι παλιομοδίτικες παλιομοδίτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλιομοδίτικος < παλιο- + μόδα + -ίτικος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ʎo.moˈði.ti.kos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παλιομοδίτικος -η -ο (δεν προσδιορίζεται αρνητικό ύφος)

  1. που ακολουθεί μια μόδα που είναι πια ξεπερασμένη
     συνώνυμα: αρνητική σημασία: ντεμοντέ
    φορούσε μια παλιομοδίτικη φούστα με φουρό
  2. που συμφωνεί με παλαιότερες αντιλήψεις, ιδέες, συνήθειες
     συνώνυμα: αρνητική σημασία: ξεπερασμένος, ντεμοντέ
    είναι άνθρωπος συμπαθής, αν και με παλιομοδίτικες αντιλήψεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία