Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παθιάζω/παθιάζομαι


↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παθιασμένος η παθιασμένη το παθιασμένο
      γενική του παθιασμένου της παθιασμένης του παθιασμένου
    αιτιατική τον παθιασμένο την παθιασμένη το παθιασμένο
     κλητική παθιασμένε παθιασμένη παθιασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παθιασμένοι οι παθιασμένες τα παθιασμένα
      γενική των παθιασμένων των παθιασμένων των παθιασμένων
    αιτιατική τους παθιασμένους τις παθιασμένες τα παθιασμένα
     κλητική παθιασμένοι παθιασμένες παθιασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παθιασμένος - η - ο

  1. που παθιάζεται με κάτι, που κάνει κάτι με πάθος
    παθιασμένος άνθρωπος
  2. που γίνεται με ένταση και με πάθος
    παθιασμένο φιλί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία