Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθιάζομαι < μεσαιωνική ελληνική παθιάζομαι< παθητική φωνή του ρήματος παθιάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παθιάζομαι, πρτ.: παθιαζόμουν(α), στ.μέλλ.: θα παθιαστώ, αόρ.: παθιάστηκα, μτχ.π.π.: παθιασμένος

  1. καταλαμβάνομαι από πάθος
    όταν αρχίζει αυτή τη συζήτηση, παθιάζεται και δεν μπορεί να σταματήσει
    από μικρός παθιάστηκε με τη μουσική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία