Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουχρονία οι ουχρονίες
      γενική της ουχρονίας των ουχρονιών
    αιτιατική την ουχρονία τις ουχρονίες
     κλητική ουχρονία ουχρονίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουχρονία (νεολογισμός) < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική uchronie < αρχαία ελληνική οὐ + αρχαία ελληνική χρόνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ουχρονία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία