Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μητρόπολη οι μητροπόλεις
      γενική της μητρόπολης
& μητροπόλεως
των μητροπόλεων
    αιτιατική τη μητρόπολη τις μητροπόλεις
     κλητική μητρόπολη μητροπόλεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μητρόπολη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μητρόπολη

  1. (αρχαία ιστορία) η πόλη που ίδρυε μια αποικία
  2. μεγάλη πόλη που αποτελεί κέντρο της οικονομικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής ζωής
  3. εκκλησιαστική περιφέρεια που διοικείται από επίσκοπο, ο οποίος φέρει τον τίτλο του μητροπολίτηαρχιεπισκόπου)
  4. ο κεντρικός ναός μιας πόλης στην οποία εδρεύει ένας μητροπολίτης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία