Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσήλικας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσήλικας αρσενικό (πληθυντικός μεσήλικες)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία