Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρυχέρης < αρχαία ελληνική μακρόχειρ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρυχέρης αρσενικό, μακρυχέρα θηλυκό, μακρυχέρικο ουδέτερο

  1. που έχει μακριά χέρια
    Αυτός ο νέος είναι μακρυχέρης -πήρε απ' τον πατέρα του
  2. πορτοφολάς, κλέφτης, που γενικά απλώνει το χέρι του, αρπάζει πράγματα που δεν του ανήκουν ή υπεξαιρεί χρήματα
    Κάποιος είναι μακροχέρης στο μαγαζί -πάλι λείπουνε λεφτά απ' το ταμείο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία