Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαγγανευτής οι μαγγανευτές
      γενική του μαγγανευτή των μαγγανευτών
    αιτιατική τον μαγγανευτή τους μαγγανευτές
     κλητική μαγγανευτή μαγγανευτές
Παράρτημα

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγγανευτής < μεταγενέστερη ελληνική μαγγανευτής < μαγγανεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγγανευτής αρσενικό καιθηλυκό μαγγανεύτρια

  1. που ασχολείται με μαγγανείες και μάγια και υπόσχεται ότι με αυτά τα μέσα θα καταφέρει ένα επιθυμητό αποτέλεσμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία