Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγγανον < αρχαία ελληνική μάγγανον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγγανον ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγγανον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *meng-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγγανον ουδέτερο

  1. οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο μαγείας, τα μάγια