Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγγανον < αρχαία ελληνική μάγγανον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγγανον ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγγανον < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *meng-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγγανον ουδέτερο

  • οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο μαγείας, τα μάγια