Δείτε επίσης: λαογράφος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λογογράφος οι λογογράφοι
      γενική του λογογράφου των λογογράφων
    αιτιατική τον λογογράφο τους λογογράφους
     κλητική λογογράφε λογογράφοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογογράφος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική λογογράφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογογράφος αρσενικό

  1. (ιστορία στην αρχαιότητα) συγγραφέας που έγραφε σε πεζό λόγο· ειδικότερα χρησιμοποιείται για τους 'Ιωνες συγγραφείς πριν τον Ηρόδοτο
  2. (στην αρχαιότητα) αυτός που έγραφε κατ' επάγγελμα λόγους για να εκφωνηθούν από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια μιας δίκης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία