Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεξιλόγιο λεξιλόγια
γενική λεξιλογίου λεξιλογίων
αιτιατική λεξιλόγιο λεξιλόγια
κλητική λεξιλόγιο λεξιλόγια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεξιλόγιο < μεσαιωνική ελληνική λεξιλόγιον < λέξη + λόγος + -ιον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lɛ.ksi.ˈlɔ.ʝi.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεξιλόγιο ουδέτερο

  1. το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας
  2. (ειδικότερα) το σύνολο των λέξεων που χρησιμοποιεί κάποιος
  3. το σύνολο των δύσκολων λέξεων ή των τεχνικών όρων που χρησιμοποιούνται σε ένα βιβλίο και που αναγράφονται στο τέλος του ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να αναφερθεί σ' αυτές

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία