Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κυτταροστατικός κυτταροστατική κυτταροστατικό
γενική κυτταροστατικού κυτταροστατικής κυτταροστατικού
αιτιατική κυτταροστατικό κυτταροστατική κυτταροστατικό
κλητική κυτταροστατικέ κυτταροστατική κυτταροστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυτταροστατικοί κυτταροστατικές κυτταροστατικά
γενική κυτταροστατικών κυτταροστατικών κυτταροστατικών
αιτιατική κυτταροστατικούς κυτταροστατικές κυτταροστατικά
κλητική κυτταροστατικοί κυτταροστατικές κυτταροστατικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυτταροστατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυτταροστατικός αρσενικό, κυτταροστατική θηλυκό, κυτταροστατικό ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία