Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολατσιό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολατσίον ή κολατσιό ή κολατσό < βενετική colazione

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔ.la.ˈʦçɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολατσιό ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • κάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία