Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

snack (en)

  1. ένα ελαφρύ γεύμα
  2. σνακ, κολατσιό, κάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων