↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κακοβαλμένος η κακοβαλμένη το κακοβαλμένο
      γενική του κακοβαλμένου της κακοβαλμένης του κακοβαλμένου
    αιτιατική τον κακοβαλμένο την κακοβαλμένη το κακοβαλμένο
     κλητική κακοβαλμένε κακοβαλμένη κακοβαλμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κακοβαλμένοι οι κακοβαλμένες τα κακοβαλμένα
      γενική των κακοβαλμένων των κακοβαλμένων των κακοβαλμένων
    αιτιατική τους κακοβαλμένους τις κακοβαλμένες τα κακοβαλμένα
     κλητική κακοβαλμένοι κακοβαλμένες κακοβαλμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κακοβαλμένος < κακο- + βαλμένος[1]

κακοβαλμένος, -η, -ο

  1. που είναι βαλμένος σε κακή θέση, δεν έχει τοποθετηθεί σωστά
  2. που δεν έχει ντυθεί σωστά ή κομψά

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία