Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πίνακας κλίσης υπό κατασκευή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιοβόλος < αρχαία ελληνική ἰοβόλος < ἰός (δηλητήριο) + βάλλω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιοβόλος, -ος / -α, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που ρίχνει δηλητήριο
     συνώνυμα: δηλητηριώδης
    ιοβόλος όφις
  2. (μεταφορικά) που έχει κακία κι εμπάθεια
     συνώνυμα: εμπαθής, φαρμακερός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία