Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεότρελος < θεο- + τρελός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θεότρελος -η -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία