Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ηλιοκαμένος ηλιοκαμένη ηλιοκαμένο
γενική ηλιοκαμένου ηλιοκαμένης ηλιοκαμένου
αιτιατική ηλιοκαμένο ηλιοκαμένη ηλιοκαμένο
κλητική ηλιοκαμένε ηλιοκαμένη ηλιοκαμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηλιοκαμένοι ηλιοκαμένες ηλιοκαμένα
γενική ηλιοκαμένων ηλιοκαμένων ηλιοκαμένων
αιτιατική ηλιοκαμένους ηλιοκαμένες ηλιοκαμένα
κλητική ηλιοκαμένοι ηλιοκαμένες ηλιοκαμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλιοκαμένος < ήλιος + -ο- + καμένος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ʎɔ.ka.ˈmɛ.nɔs/ και /i.li.ɔ.ka.ˈmɛ.nɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηλιοκαμένος, -η, ο

  1. που έχει καεί από τον ήλιο ή έχει πάθει ηλίαση
  2. που έχει κάνει πολλή ηλιοθεραπεία και το δέρμα του έχει σκουρήνει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία