Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζαγάρι τα ζαγάρια
      γενική του ζαγαριού των ζαγαριών
    αιτιατική το ζαγάρι τα ζαγάρια
     κλητική ζαγάρι ζαγάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαγάρι < μεσαιωνική ελληνική ζαγάρι(ο)ν < τουρκική zağar < οθωμανική τουρκική زغر (zaǧar)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζαγάρι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) κυνηγόσκυλο
  2. (παρωχημένο) (μεταφορικά) τιποτένιος άνθρωπος καί γενικότερα μειωτικός, προσβλητικός, ή περιφρονητικός χαρακτηρισμός αδήλου σημασίας, το παλιόσκυλο
    • «…Ο Βελη-Γκέκας το σκυλί, το άπιστο ζαγάρι» (λαϊκό τραγούδι για τον Κατσαντώνη)
    • «Σκασμός, ζαγάρι, η τράπουλα είναι δική μου, τα χαρτιά θα κάνουν ό,τι θέλω εγώ» (Σημερινή (Κύπρου), 23/4/2004)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία