Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλιόσκυλο τα παλιόσκυλα
      γενική του παλιόσκυλου των παλιόσκυλων
    αιτιατική το παλιόσκυλο τα παλιόσκυλα
     κλητική παλιόσκυλο παλιόσκυλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλιόσκυλο < παλιο- + σκυλί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλιόσκυλο ουδέτερο

  • υβριστικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο που μισούμε


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία