Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφηλίδα οι εφηλίδες
      γενική της εφηλίδας των εφηλίδων
    αιτιατική την εφηλίδα τις εφηλίδες
     κλητική εφηλίδα εφηλίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφηλίδα < καθαρεύουσα ἐφηλίς < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐφηλίς από την αιτιατική «τὴν ἐφηλίδα» < ἐφ- (ἐπί) + ἧλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εφηλίδα θηλυκό

  1. φακίδα
  2. (για καρφί)
    1. το πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού
    2. (γλυπτική, αρχαιολογία) κατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους)
      ※  Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (* εφημερίδα Το Βήμα)
    3. (ναυτικός όρος) μικρή μεταλλική περόνη
       συνώνυμα: κασκαβάλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία