Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κασκαβάλι τα κασκαβάλια
      γενική του κασκαβαλιού των κασκαβαλιών
    αιτιατική το κασκαβάλι τα κασκαβάλια
     κλητική κασκαβάλι κασκαβάλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Τυρί κασκαβάλι κρεμασμένο προς ωρίμανση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κασκαβάλι < τουρκική kaşkaval < οθωμανική τουρκική قاشقوال < ιταλική caciocavallo < cacio (τυρί) + cavallo (άλογο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.skaˈva.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κασκαβάλι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) είδος κίτρινου τυριού, είδος κασεριού
  2. (ναυτικός όρος) εφηλίδα
  3. (ναυτικός όρος) σχαστήριο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία