Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επετειακός η επετειακή το επετειακό
      γενική του επετειακού της επετειακής του επετειακού
    αιτιατική τον επετειακό την επετειακή το επετειακό
     κλητική επετειακέ επετειακή επετειακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επετειακοί οι επετειακές τα επετειακά
      γενική των επετειακών των επετειακών των επετειακών
    αιτιατική τους επετειακούς τις επετειακές τα επετειακά
     κλητική επετειακοί επετειακές επετειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επετειακός < επέτειος + -ακός < αρχαία ελληνική ἐπέτειος < ἐπί + ἔτος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pe.ti.aˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επετειακός

  • που γίνεται σε μια επέτειο ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία