Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξελιγμένος εξελιγμένη εξελιγμένο
γενική εξελιγμένου εξελιγμένης εξελιγμένου
αιτιατική εξελιγμένο εξελιγμένη εξελιγμένο
κλητική εξελιγμένε εξελιγμένη εξελιγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξελιγμένοι εξελιγμένες εξελιγμένα
γενική εξελιγμένων εξελιγμένων εξελιγμένων
αιτιατική εξελιγμένους εξελιγμένες εξελιγμένα
κλητική εξελιγμένοι εξελιγμένες εξελιγμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξελιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξελίσσω, εξελίσσομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξελιγμένος, -η, -ο

  1. που έχει εξελιχθεί

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία