Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ενστιγματικός ενστιγματική ενστιγματικό
γενική ενστιγματικού ενστιγματικής ενστιγματικού
αιτιατική ενστιγματικό ενστιγματική ενστιγματικό
κλητική ενστιγματικέ ενστιγματική ενστιγματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενστιγματικοί ενστιγματικές ενστιγματικά
γενική ενστιγματικών ενστιγματικών ενστιγματικών
αιτιατική ενστιγματικούς ενστιγματικές ενστιγματικά
κλητική ενστιγματικοί ενστιγματικές ενστιγματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενστιγματικός < εν- + στίγμα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instinctif)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενστιγματικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία