↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενδιάμεσος η ενδιάμεση το ενδιάμεσο
      γενική του ενδιάμεσου της ενδιάμεσης του ενδιάμεσου
    αιτιατική τον ενδιάμεσο την ενδιάμεση το ενδιάμεσο
     κλητική ενδιάμεσε ενδιάμεση ενδιάμεσο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενδιάμεσοι οι ενδιάμεσες τα ενδιάμεσα
      γενική των ενδιάμεσων των ενδιάμεσων των ενδιάμεσων
    αιτιατική τους ενδιάμεσους τις ενδιάμεσες τα ενδιάμεσα
     κλητική ενδιάμεσοι ενδιάμεσες ενδιάμεσα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ενδιάμεσος < εν- + διάμεσος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intermédiaire)

  Επίθετο

επεξεργασία

ενδιάμεσος

  1. που βρίσκεται κάπου ανάμεσα ή, ειδικότερα, στο μέσο δύο τοπικών ή χρονικών σημείων αναφοράς
  2. (μεταφορικά) (κυρίως για διακριτές αφηρημένες έννοιες) που έχει χαρακτηριστικά ή ιδιότητες τέτοιες, ώστε είτε να μπορεί να καταταγεί σε δύο διαφορετικές κατηγορίες

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία