Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ενδιάμεσος ενδιάμεση ενδιάμεσο
γενική ενδιάμεσου ενδιάμεσης ενδιάμεσου
αιτιατική ενδιάμεσο ενδιάμεση ενδιάμεσο
κλητική ενδιάμεσε ενδιάμεση ενδιάμεσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδιάμεσοι ενδιάμεσες ενδιάμεσα
γενική ενδιάμεσων ενδιάμεσων ενδιάμεσων
αιτιατική ενδιάμεσους ενδιάμεσες ενδιάμεσα
κλητική ενδιάμεσοι ενδιάμεσες ενδιάμεσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδιάμεσος < εν- + διάμεσος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intermédiaire)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενδιάμεσος

  1. που βρίσκεται κάπου ανάμεσα ή, ειδικότερα, στο μέσο δύο τοπικών ή χρονικών σημείων αναφοράς
  2. (μεταφορικά) (κυρίως για διακριτές αφηρημένες έννοιες) που έχει χαρακτηριστικά ή ιδιότητες τέτοιες, ώστε είτε να μπορεί να καταταγεί σε δύο διαφορετικές κατηγορίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία