Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδιάμεσα < ενδιάμεσος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ενδιάμεσα

  1. σε ενδιάμεσο τόπο
  2. σε ενδιάμεσο χρόνος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία