Δείτε επίσης: ἐκροή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκροή οι εκροές
      γενική της εκροής των εκροών
    αιτιατική την εκροή τις εκροές
     κλητική εκροή εκροές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκροή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκροή < ἐκρέω < ἐκ + ῥέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω) < *ser- (ἀραρίσκω). Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + ροή.
οικονομικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική outflow[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.kɾoˈi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐κρο‐ή
παλιότερος συλλαβισμός: εκ‐ρο‐ή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκροή θηλυκό

  1. η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα έξω
  2. (μεταφορικά, οικονομία) η εξαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από κάποια χώρα προς άλλες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία