Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δακρύσχημος η δακρύσχημη το δακρύσχημο
      γενική του δακρύσχημου της δακρύσχημης του δακρύσχημου
    αιτιατική τον δακρύσχημο τη δακρύσχημη το δακρύσχημο
     κλητική δακρύσχημε δακρύσχημη δακρύσχημο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δακρύσχημοι οι δακρύσχημες τα δακρύσχημα
      γενική των δακρύσχημων των δακρύσχημων των δακρύσχημων
    αιτιατική τους δακρύσχημους τις δακρύσχημες τα δακρύσχημα
     κλητική δακρύσχημοι δακρύσχημες δακρύσχημα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δακρύσχημος < δάκρυ + σχήμ(α) + -ος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðaˈkri.sçi.mos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δακρύσχημος αρσενικό (δακρύσχημη θηλυκό, δακρύσχημο ουδέτερο)

  • που έχει σχήμα δακρύου
    1. (για κοσμήματα)
      πολλών καρατίων, σε σχήμα πολυεδρικού αβγού, ή δακρύσχημο
    2. (ζωολογία) για περιγραφή μορφολογίας
      δακρύσχημο στοματικό άνοιγμα
    3. (για πένες έγχορδων μουσικών οργάνων)
      πλήκτρα δακρύσχημα, όνυχες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία