Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιωτάς γιωτάδες
γενική γιωτά γιωτάδων
αιτιατική γιωτά γιωτάδες
κλητική γιωτά γιωτάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιωτάς < γιώτα + -άς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιωτάς αρσενικό (θηλυκό η γιωτού) (αργκό)

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που κατά τη θητεία του στον στρατό λαμβάνει κατάταξη σωματικής ικανότητας 3ης ή 4ης κατηγορίας (Ι3 και Ι4 αντίστοιχα, σε κλίμακα από 1 μέχρι 5), τα οποία δηλώνουν μειωμένες υποχρεώσεις ως στρατεύσιμου λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, σωματικού, ψυχικού ή ψυχιατρικού
  2. (μεταφορικά), προκύπτουν από την παραπάνω σημασία:
  1. ο τρελός, ο ψυχασθενής
  2. ο ανίκανος, ο βλάκας
  3. ο τεμπέλης

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • αφορά τους στρατούς της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας
  • η χρήση της λέξης είναι σχεδόν αποκλειστικά εντός στρατεύματος ή αναφορικά με αυτό (στρατιωτική αργκό)
  • όσοι λαμβάνουν τη διαβάθμιση Ι5 (τα βαρύτερα ψυχιατρικά περιστατικά, οι υπερβολικά παχύσαρκοι κ.ά.) δεν υπηρετούν στο στρατό ως ακατάλληλοι, οπότε δεν βρίσκονται ως γιωτάδες μέσα στο στράτευμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Γιώτα, ζωή και κότα! : γίνει γιωτάς, πάρε Ι3 Άοπλο ή Ι4 για να περάσεις άνετα στη διάρκεια της θητείας, χωρίς ένοπλες υπηρεσίες, σκοπιές, ασκήσεις, πορείες

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • […] η συντριπτική πλειονότητα των γιωτάδων παριστάνει τους γιωτάδες για να αποφύγει τις κουραστικές ασκήσεις. Αυτοί είναι που παίρνουν στο λαιμό τους και τους αυθεντικούς γιωτάδες. […] Ο γιωτάς στο στρατό έφαγε το λιγότερο κρύο και έριξε το λιγότερο ξενύχτι από όλους τους υπόλοιπους φαντάρους. Στο κείμενο «Οι 33 κανόνες του γιωτά στο στρατό», αναρτημένο στον ιστότοπο θεμάτων ποικίλης ύλης Oneman.gr [2015]· πρόσβαση : 2019.06.24.