Δείτε επίσης: γερανός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γέρανος γεράνω γέρανοι
Γενική γεράνου γεράνοιν γεράνων
Δοτική γεράν γεράνοιν γεράνοις
Αιτιατική γέρανον γεράνω γεράνους
Κλητική γέρανε γεράνω γέρανοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέρανος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gerh₂-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέρανος αρσενικό

  1. (χορός) ιερός χορός της Δήλου που μιμείτο το πέταγμα του γερανού
  2. (τεχνολογία) μηχανή για ανύψωση βαρών

γέρανος θηλυκό

ΣύνθεταΕπεξεργασία