Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βεστιάριον < → δείτε τη λέξη βεστιάριο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βεστιάριον ουδέτερο