Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αψέντι τα αψέντια
      γενική του αψεντιού των αψεντιών
    αιτιατική το αψέντι τα αψέντια
     κλητική αψέντι αψέντια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αψέντι < γαλλική absinth(e) + -ι < λατινική absinthium < αρχαία ελληνική ἀψίνθιον (ἄψινθος) (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αψέντι ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία