Δείτε επίσης: ἄψινθος
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άψινθος οι άψινθοι
      γενική της αψίνθου των αψίνθων
    αιτιατική την άψινθο τις αψίνθους
     κλητική άψινθε άψινθοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Artemisia absinthium, η άψινθος ή αψιθιά.

Ετυμολογία

επεξεργασία

Ουσιαστικό

επεξεργασία

Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)