Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτονόητος < αυτο- + νοητός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αυτονόητος, -η, -ο

  1. που γίνεται κατανοητός και αποδεκτός από μόνος του, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για ιδιαίτερες εξηγήσεις ή αποδείξεις
    είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί κανείς να λείπει από τη δουλειά του χωρίς άδεια ή χωρίς να συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία