Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοδίκαιος αυτοδίκαιη αυτοδίκαιο
γενική αυτοδίκαιου αυτοδίκαιης αυτοδίκαιου
αιτιατική αυτοδίκαιο αυτοδίκαιη αυτοδίκαιο
κλητική αυτοδίκαιε αυτοδίκαιη αυτοδίκαιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοδίκαιοι αυτοδίκαιες αυτοδίκαια
γενική αυτοδίκαιων αυτοδίκαιων αυτοδίκαιων
αιτιατική αυτοδίκαιους αυτοδίκαιες αυτοδίκαια
κλητική αυτοδίκαιοι αυτοδίκαιες αυτοδίκαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοδίκαιος < ελληνιστική κοινή αὐτοδίκαιον ((σημασιολογικό δάνειο) λατινική ipso jure)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αυτοδίκαιος -η -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία