Δείτε επίσης: ἀσυνάρμοστος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυνάρμοστος < καθαρεύουσα ἀσυνάρμοστος[1] < ελληνιστική κοινή ἀσυνάρμοστος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- + |συναρμόζω + (συν-αρμόζω) συναρμοσ-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασυνάρμοστος -ος, ον

  1. που δεν έχει συναρμοστεί
  2. που δεν ταιριάζει, αταίριαστος
    ※  Τὸ ὥσπερ δεῦρ᾽ ἀπεζύγην πόδας ἑρμηνεύουσι: «καθὼς διηύθυνα πρὸς τὰ ἐδῶ τοὺς πόδας μου». Κατὰ τὴν συνήθη ταύτην ἑρμηνείαν ὀρθῶς εἴκασεν ὁ Stanley πόδα, ἀλλ' ἡ ἑρμηνεία αὔτη πολλαχῶς ἀσυνάρμοστος. (Επιστημονική Επετηρίς Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. Γ΄ [1906-1907] (Αθήνα: Εκ του Τυπογραφείου Π.Δ. Σακελλαρίου, 1909), σ. 130).
    (σχολιάζεται η μετάφραση του στίχου 676 των 'Χοηφόρων' του Αισχύλου)
    ※  Και μαζί ο κόσμος είναι όχι ένας εκεί που τον ευρίσκομε ωρισμένα ασυνταίριαστο και ασυνάρμοστο. Και το ένα και το πολλαπλό είναι όμοια αληθινά στοιχεία, κατά την περίσταση. Ούτε σύμπαν υπάρχει αγνό και απλό, ούτε πολλαπλόκοσμος καθαρός και αδιάλλακτος. (Κωστής Παλαμάς, Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, Η ποιητική μου, τόμος Α΄, εκδ. Ιωάννης Δ, Κολλάρος & Σια, 1933)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. ασυνάρμοστος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό]. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. (Γράμμα α)
  2. ασυνάρμοστος - Ψηφιακό Αρχείο Γεωργακά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.