Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αξιολογικός αξιολογική αξιολογικό
γενική αξιολογικού αξιολογικής αξιολογικού
αιτιατική αξιολογικό αξιολογική αξιολογικό
κλητική αξιολογικέ αξιολογική αξιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιολογικοί αξιολογικές αξιολογικά
γενική αξιολογικών αξιολογικών αξιολογικών
αιτιατική αξιολογικούς αξιολογικές αξιολογικά
κλητική αξιολογικοί αξιολογικές αξιολογικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξιολογικός < αξιολογώ + -ικός (2.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική axiologique)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξιολογικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την αξιολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με την αξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία